γλύφω

(AM γλύφω)
1. λαξεύω με γλύφανο σκληρή ύλη, σκαλίζω
2. χαράσσω διακοσμητικές παραστάσεις σε σκληρή ύλη
αρχ.
Ι. καταγράφω («γλύφων τόκους» — για τον τοκογλύφο που καταγράφει λεπτομερώς τί τού χρωστάνε)
II. γλύφομαι
1. βάζω κάποιον άλλο να κάνει γλυπτή παράσταση
2. (για αβγά) εκκολάπτομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ανάγεται σε IE *gleubh- «κόβω, χαράζω, σμιλεύω» (πρβλ. αρχ. άνω γερμ. klioban «σκάβω», λατ. glūbō), μπορεί δε να συσχετιστεί με το γλαφυρός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γλύφω — carve pres subj act 1st sg γλύφω carve pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύφω — έγλυψα, γλύφτηκα, γλυμμένος, λαξεύω, σμιλεύω: Έγλυψε το μάρμαρο σχηματίζοντας μια ανθρώπινη μορφή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γλύφον — γλύφω carve pres part act masc voc sg γλύφω carve pres part act neut nom/voc/acc sg γλύφω carve imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) γλύφω carve imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγλυμμένα — γλύφω carve perf part mp neut nom/voc/acc pl γεγλυμμένᾱ , γλύφω carve perf part mp fem nom/voc/acc dual γεγλυμμένᾱ , γλύφω carve perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύψαι — γλύφω carve aor imperat mid 2nd sg γλύφω carve aor inf act γλύψαῑ , γλύφω carve aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύψον — γλύφω carve aor imperat act 2nd sg γλύφω carve fut part act masc voc sg γλύφω carve fut part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύψω — γλύφω carve aor subj act 1st sg γλύφω carve fut ind act 1st sg γλύφω carve aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύψῃ — γλύφω carve aor subj mid 2nd sg γλύφω carve aor subj act 3rd sg γλύφω carve fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγλυμμέναι — γλύφω carve perf part mp fem nom/voc pl γεγλυμμένᾱͅ , γλύφω carve perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγλυμμένον — γλύφω carve perf part mp masc acc sg γλύφω carve perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.